δια-πόντιος

δια-πόντιος, 1) jenseits des Meeres, γᾶ Aesch. Ch. 847; πόλεμος, mit überseeischen Feinden, Thuc. 1, 141, wie Pol. 1, 71. 18, 18; στρατεία Xen. Hell. 6, 2, 9, wie Plut. Alc. 19; ἀρχή, überseeische Provinz. Dion. Hal. 7, 71; σύμμαχοι D. Sic. 11, 37 u. a. Sp. – 2) über das Meer hin; δ. πέτεται Alexis Ath. IV, 165 a; πλευσοῦμαι δ. Theocr. 14, 55; Plut.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μεταπόντιος — μεταπόντιος, ον (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ὁ ἐν τῷ μέσῳ ἣ διὰ μέσου τῆς θαλάσσης, ο πελάγιος». [ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α) * + πόντιος (< πόντος)] …   Dictionary of Greek

  • μυχό — ο (ΑΜ μυχός) (κυρίως για κόλπο ή για λιμάνι) το βάθος, το εσώτατο μέρος, το βαθύτερο μέρος (α. «ο μυχός τού κόλπου» β. «μυχῷ δόμου ὑψηλοῑο», Ομ. Ιλ.) αρχ. 1. το εσώτατο μέρος τού σπιτιού, όπου έμεναν οι γυναίκες, ο γυναικωνίτης 2. κόλπος που… …   Dictionary of Greek

  • πόντος — Επαρχία της Μικράς Ασίας, στο βόρειο τμήμα της Τουρκίας. Στα Β βρέχεται από τον Εύξεινο Πόντο, ενώ στα Α ορίζεται από την Κολχίδα, στα Δ από την Παφλαγονία και στα Ν από την Καππαδοκία. Ο Π. πήρε το όνομα αυτό και έγινε σημαντικός μόνο κατά τους… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”