δια-περάω

δια-περάω (s. περάω), 1) durchgehen bis ans Ende, hinübergehen, bes. von Meeren u. Flüssen; Eur. I. T. 396 Tr. 1151; πέλαγος, Isocr. 1, 19; – auch πόλιν, durch die Stadt gehen, Ar. Av. 1265; – βίον, das Leben hinbringen, Xen. Oec. 11, 7; μόχϑους, Mühen überstehen, Eur. Herc. f. 830; übertr., durch-, abmachen, Plat. Soph. 261 a. – 2) übersetzen, trans., τινά, Luc. D. Mort. 20, 1; u. intr., übersetzen, εἰς νῆσον, Plut. Them. 24.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • συνδιαπερῶν — σύν , διά , ἀπό ἐράω 1 love pres part act masc voc sg σύν , διά , ἀπό ἐράω 1 love pres part act neut nom/voc/acc sg σύν , διά , ἀπό ἐράω 1 love pres part act masc nom sg (attic epic ionic) σύν , διά , ἀπό ἐράω 2 pour forth pres part act masc voc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπεράσαν — διαπερά̱σᾱν , διά , περί ἀσάω glut oneself imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) διαπερά̱σᾱν , διά , περί ἀσάω glut oneself imperf ind act 1st sg (doric aeolic) διαπεράσᾱν , διά , περί ἀσάω glut oneself imperf ind act 3rd pl (doric aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεμπεράσαιμι — διεμπερά̱σαιμι , διά , ἐν , περί ἄω 3 satiate aor opt act 1st sg (epic doric aeolic) διεμπερά̱σαιμι , διά , ἐν περάω 1 drive right through aor opt act 1st sg (attic) διεμπερά̱σαιμι , διά , ἐν περάω 1 drive right through aor opt act 1st sg (doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμπέρας — διαμπέρᾱς , διά , ἀνά περάω 1 drive right through pres ind act 2nd sg (attic) διαμπέρᾱς , διά , ἀνά περάω 1 drive right through imperf ind act 2nd sg (homeric) διαμπέρᾱς , διά , ἀνά περάω 2 imperf ind act 2nd sg (homeric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”