δια-πορθμεύω

δια-πορθμεύω, überfahren, übersetzen, στρατιήν Her. 4, 141. 8, 130; auch ποταμούς, 5, 52; eine Botschaft überbringen, 9, 4; ähnl. τοῖς ϑεοῖς τὰ παρ' ἀνϑρώπων Plat. Conv. 202 e; Iambl. auch intraus., überfahren. – Bei Sp. auch = übersetzen, dollmetschen.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πορθμεύω — ΝΑ [πορθμός] μεταφέρω στην απέναντι όχθη ή ακτή, είμαι πορθμέας («...τοὺς πορθμέας... εἰς Σαλαμῑνα πορθμεύοντας», Αισχίν.) αρχ. 1. μεταφέρω κάποιον κάπου («ἀλλὰ μ ἔκ γε τῆσδε γῆς πόρθμευσον ὡς τάχιστα», Σοφ.) 2. οδηγώ κάποιον σε μια κατάσταση… …   Dictionary of Greek

  • μεταπορθμεύω — (Α) μεταφέρω κάτι διά θαλάσσης από έναν τόπο σε άλλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α) * + πορθμεύω «μεταφέρω διά θαλάσσης»] …   Dictionary of Greek

  • πορθμεία — ἡ Α [πορθμεύω] 1. η διαπόρθμευση, το πέρασμα στην απέναντι όχθη ή ακτή, η διά θαλάσσης μεταφορά 2. το επάγγελμα τού πορθμέα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”