δια-ποιμαίνω

δια-ποιμαίνω, regieren, βίον, hinbringen, Man. 4, 419.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διαποιμαίνοντι — διά ποιμαίνω herd pres part act masc/neut dat sg διά ποιμαίνω herd pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαποιμαίνουσιν — διά ποιμαίνω herd pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διά ποιμαίνω herd pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεποίμαινον — διά ποιμαίνω herd imperf ind act 3rd pl διά ποιμαίνω herd imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαποιμαίνοντες — διά ποιμαίνω herd pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαποιμαίνοντος — διά ποιμαίνω herd pres part act masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαποιμαίνουσα — διά ποιμαίνω herd pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαποιμαίνουσαι — διά ποιμαίνω herd pres part act fem nom/voc pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαποιμαίνων — διά ποιμαίνω herd pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”