δια-πέρθω

δια-πέρθω (s. πέρϑω), (gänzlich) zerstören; Homer öfters; activum: aor. 1. Odyss. 3, 130. 11, 533. 13, 316 πόλιν διεπέρσαμεν; Odyss. 9, 265 διέπερσε πόλιν; Iliad. 4, 53 τὰς διαπέρσαι und vs. 55 διαπέρσαι ohne Object, von Städten, zu vs. 53 Scholl. Herodian. πρὸ τέλους ἡ ὀξεῖα τοῦ διαπέρσαι, ἵν' ᾖ ἀπαρέμφατον ἀντὶ προστακτικοῦ; Iliad. 9, 46 ἄλλοι μενέουσι, εἰς ὅ κέ περ Τροίην διαπέρσομεν; aor. 2. Iliad. 1, 367 τὴν διεπράϑομεν, eine Stadt; Odyss. 8, 514 ἄστυ διέπραϑον; Iliad. 7, 32 διαπραϑέειν τόδε ἄστυ; Iliad. 18, 511 διαπραϑέειν ohne Object, von einer Stadt; Iliad. 11, 733 ἀμφίσταντο ἄστυ διαπραϑέειν μεμαῶτες; Iliad. 9, 532 διαπραϑέειν μεμαῶτες Ἄρηι ohne Object, von einer Stadt; medium: aor. 2. in passiver Bedeutung Odyss. 15, 384 διεπράϑετο πτόλις. – Theocr. 22, 217


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πέρθω — Α (ποιητ. τ.) 1. (σχετικά με πόλεις) ερημώνω, αφανίζω και, κυρίως, καταλαμβάνω επιφέροντας καταστροφές, διαπράττοντας λεηλασίες ή αιχμαλωτίζοντας ανθρώπους («ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσεν», Ομ. Οδ.) 2. (σχετικά με πρόσ.) θανατώνω 3. μτφ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”