δια-πῑδύω

δια-πῑδύω, durchseihen, durchschlagen; οἱ ὑψηλοὶ τόποι διαπιδύουσι τὸ ὕδωρ Arist. Meteor. 1, 13; intr., durchsickern, διὰ τῶν φλεβῶν, gener. anim. 2, 6.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διαπιδύει — διαπῑδύει , διά πιδύω gush forth pres ind mp 2nd sg διαπῑδύει , διά πιδύω gush forth pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπιδύειν — διαπῑδύειν , διά πιδύω gush forth pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπιδύοι — διαπῑδύοῑ , διά πιδύω gush forth pres opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπιδύουσα — διαπῑδύουσα , διά πιδύω gush forth pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπιδύουσαν — διαπῑδύουσαν , διά πιδύω gush forth pres part act fem acc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”