δι-αρπάζω

δι-αρπάζω, zerreißen, zerfleischen, rauben; Hom. Iliad. 16, 355 Wölfe rauben (oder zerreißen) Schaafe und Ziegen, αἶψα διαρπάζουσιν ἀνάλκιδα ϑυμὸν ἐχούσας; Plat. Polit. 274 b, der auch fut. med. braucht, Rep. I, 336 b; plündern (nach verschiedenen Seiten hinschleppen), Her. 9, 42; Thuc. 8, 31; δόμον, Eur. Alc. 671; πόλιν, Her. 1, 88; Xen. Cyr. 7, 2, 11; πολλὰ τῶν ὑμετέρων Dem. 24, 2.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • χανδάνω — Α (επικ. τ.) 1. χωρώ, περιλαμβάνω («ἕξ δ ἄρα μέτρα χάνδανεν [ὁ κρητήρ]», Ομ. Ιλ.) 2. μτφ. α) (για πρόσ.) περιορίζω («Ἥρη δ οὐκ ἔχαδε στῆθος χόλον» η Ήρα δεν μπορούσε να περιορίσει την οργή της στο στήθος, Ομ. Ιλ.) β) είμαι ικανός («κεκραξόμεσθά γ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”