μνιαρός

μνιαρός, moosig, moosartig, πλαταμῶνες, Opp. H. 2, 167. – Ueberhaupt = wollig, weich, τάπης, Antiphil. 6 (VI, 250).


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μνιαρός — μνιαρός, ά, όν (Α) [μνίον] 1. αυτός που είναι γεμάτος από μνία 2. αυτός που είναι μαλακός όπως τα μνία …   Dictionary of Greek

  • μνιαρόν — μνιαρός mossy masc acc sg μνιαρός mossy neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνιαροῖο — μνιαρός mossy masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνιαροῖσιν — μνιαρός mossy masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνιόεις — μνιόεις, εσσα, εν (Α) μνιαρός*. [ΕΤΥΜΟΛ. < μνίον + κατάλ. όεις (πρβλ. αστερ όεις)] …   Dictionary of Greek

  • μνιώδης — μνιώδης, ῶδες (Α) [μνίον] μνιαρός* …   Dictionary of Greek

  • men-2 —     men 2     English meaning: to step, tread over, press     Deutsche Übersetzung: “treten, zertreten, zusammendrũcken”     Material: O.Ind. carma mnüs nom. pl. “Gerber”; Eol. μάτεισαι “tretende” (*μάτημι), ματεῖ πατεῖ Hes., Denom. from a mn̥… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”