μακαριστός

μακαριστός, glücklich, selig zu preisen, gepriesen; τί γὰρ εὔδαιμον καὶ μακαριστὸν μᾶλλον νῦν ἐστὶ δικαστοῦ, Ar. Vesp. 550; ζήσουσι τοῦ μακαριστοῦ βίου μακαριώτερον, Plat. Rep. V, 465 d; τὴν μακαριστοτάτην εὐδαιμονίαν κεκτῆσϑαι, Xen. Mem. 2, 1, 33; Sp.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μακαριστός — μακαριστός, ή, όν (AM) [μακαρίζω] αυτός που θεωρείται μακάριος μσν. το ουδ. ως ουσ. τὸ μακαριστόν μακαρισμός, καλοτύχισμα αρχ. ζηλευτός, ποθητός. επίρρ... μακαριστῶς (Α) με μακαριστό τρόπο …   Dictionary of Greek

  • μακαριστός — deemed masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακαριστότερον — μακαριστός deemed adverbial comp μακαριστός deemed masc acc comp sg μακαριστός deemed neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακαριστόν — μακαριστός deemed masc acc sg μακαριστός deemed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακαριστότατον — μακαριστός deemed masc acc superl sg μακαριστός deemed neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακαριστοτάτην — μακαριστός deemed fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακαριστοτάτου — μακαριστός deemed masc/neut gen superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακαριστοτάτους — μακαριστός deemed masc acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακαριστοῖς — μακαριστός deemed masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακαριστοί — μακαριστός deemed masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακαριστούς — μακαριστός deemed masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”