δια-σπεύδω

δια-σπεύδω, sich unter einander bemühen, Pol. 4, 33, 9. – Med., Is. bei Harpocr.; Dio Cass. 52, 7.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • σπεύδω — ΝΜΑ 1. κινούμαι γρήγορα προς μια κατεύθυνση (α. «μόλις τόν είδε, έσπευσε να τόν προϋπαντήσει» β. «μὴ εἶναι ἔνθα πάλαι σπεύδομεν», Ξεν. γ. «... ἔλαφος... διὰ δρυμὰ πυκνὰ καὶ ὕλην σπεύδουσ ἱδρώουσα», Ομ. Ιλ.) 2. είμαι έτοιμος ψυχικά,… …   Dictionary of Greek

  • διασπεύδει — διά σπεύδω set going pres ind mp 2nd sg διά σπεύδω set going pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασπεύδομεν — διά σπεύδω set going pres ind act 1st pl διά σπεύδω set going imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασπεύδοντι — διά σπεύδω set going pres part act masc/neut dat sg διά σπεύδω set going pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασπεύδουσι — διά σπεύδω set going pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διά σπεύδω set going pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασπεύδουσιν — διά σπεύδω set going pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διά σπεύδω set going pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασπευδόμενοι — διά σπεύδω set going pres part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασπεύδειν — διά σπεύδω set going pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασπεύδοντας — διά σπεύδω set going pres part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασπεύδοντες — διά σπεύδω set going pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασπεύδοντος — διά σπεύδω set going pres part act masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”