δια-στείβω

δια-στείβω, hindurch schreiten, Pind. frg. 242; τινά, niedertreten, Nonn. D. 36, 239.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διαστείβουσι — διά στείβω tread pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διά στείβω tread pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστείβουσα — διά στείβω tread pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστείβων — διά στείβω tread pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στιβεία — και στειβία και επ. τ. στιβίη, ἡ, Α 1. πάτημα 2. βάδισμα, περπάτημα 3. οδός, δρόμος («στίβος, ἡ ὁδός στιβεία τὸ αὐτό», Ηρωδιαν.) 4. ανίχνευση με κυνηγετικούς σκύλους, ιχνηλασία («φασιν... ἄρκυσιν ἑλεῑν οἰ δέ, διὰ τῆς στιβείας χειρώσασθαι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”