δια-στάζω

δια-στάζω (s. στάζω), durchtröpfeln, Sp.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διεσταγμένον — διά στάζω drop perf part mp masc acc sg διά στάζω drop perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεσταγμένῳ — διά στάζω drop perf part mp masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποδιαστῇ — ἀπό , διά στάζω drop fut ind mid 2nd sg (doric) ἀπό , διά στάζω drop fut ind act 3rd sg (doric) ἀπό διαστάζω leak fut ind mid 2nd sg (doric) ἀπό διαστάζω leak fut ind act 3rd sg (doric) ἀπό διίστημι set apart aor subj mid 2nd sg ἀπό διίστημι set… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποδιαστῶσι — ἀπό , διά στάζω drop fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀπό , διά στάζω drop fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) ἀπό διαστάζω leak fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀπό διαστάζω leak fut ind act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποδιαστάντων — ἀποδιαστά̱ντων , ἀπό , διά στάζω drop fut part act masc/neut gen pl (doric aeolic) ἀποδιαστά̱ντων , ἀπό διαστάζω leak fut part act masc/neut gen pl (doric aeolic) ἀπό διίστημι set apart aor part act masc/neut gen pl ἀπό διίστημι set apart aor… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αίμα — Ρευστός ιστός του οποίου τα στερεά κυτταρικά στοιχεία αιωρούνται σε μια ροώδη μεσοκυττάρια ουσία, που ονομάζεται πλάσμα. Κυκλοφορεί σε ένα σύστημα αγγείων, το κυκλοφορικό σύστημα, και αντιπροσωπεύει για τα ανώτερα ζώα το μέσο με το οποίο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”