δια-σχιδής

δια-σχιδής, ές, gespalten, ῥάβδοι Ath. XI, 488 d.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διασχιδής — διασχιδής, ές (Α) χωρισμένος στα δύο. [ΕΤΥΜΟΛ. < διά + σχιδής < σχίζω (πρβλ. ακροσχιδής)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”