δια-σκαρῑφάομαι

δια-σκαρῑφάομαι, dep. med., aufscharren, E. M. τοῖς ὄνυξι σκαλεύειν τὴν γῆν. Dah. = zerstören, auflösen, καὶ διελύσαμεν τὰς εὐτυχίας Isocr. 7, 12.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διασκαριφῆσαι — διά σκαριφάομαι scratch an outline aor inf act (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεσκαριφησάμεθα — διά σκαριφάομαι scratch an outline aor ind mid 1st pl (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεσκαριφήσατο — διά σκαριφάομαι scratch an outline aor ind mid 3rd sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”