δια-σκελίζω

δια-σκελίζω, die Schenkel auseinander spreizen, E. M. 502, 39.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • διεσκελισμένον — διά σκελίζω Fr.inc. perf part mp masc acc sg διά σκελίζω Fr.inc. perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκελίζων — διά σκελίζω Fr.inc. pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκελίσαντας — διά σκελίζω Fr.inc. aor part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεσκελισμένος — διά σκελίζω Fr.inc. perf part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεσκελισμένως — διά σκελίζω Fr.inc. perf part mp masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”