πρύμνηθεν

πρύμνηθεν, adv. von πρύμνη, vom Schiffshintertheil her; Il. 15, 716; Aesch. Spt. 191; Eur. I. T. 1349; Luc. Lexiph. 15; von hinten her, Erinna bei Ath. VII, 283 d.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρύμνηθεν — from the stern indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρύμνηθεν — ΝΑ, και δωρ. τ. πρύμναθεν Α επίρρ. από την πρύμνη, από το πίσω μέρος τού πλοίου. [ΕΤΥΜΟΛ. < πρύμνη / πρύμνα + επιρρμ. κατάλ. θεν (πρβλ. μυχό θεν, ποντό θεν)] …   Dictionary of Greek

  • APLUSTRE — Graece ἄφλαςτον, summa pars puppis; Homer. Il. o. v. 716. Ἕκτωρ δὲ πρύμνηθεν ἐπεὶ λάβεν, οὐχὶ μεθήει Ἄφλαςτον μετὰ χερσὶν ἔχων. Sicut acrostolium, prorae. Eminebant autem in puppis summitate pinnae ac cristae, ut in galea: unde in nummis M.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • INHIBERE et INHIBITIO — verba nautica sunt. Cic. ad Attic. l. 3. Ep. 21. Inhibere illud tuum, quod valde mihi arriserat, vebementer displicet. Est enim verbum totum nauticum quamquam id quidem sciebam: sed arbitrabar sustineri remos, cum inhibere essent remptges iussi.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • πρύμνη — και πρύμνα, η, ΝΜΑ, και πρύμη Ν 1. το πίσω μέρος τού πλοίου όπου βρίσκεται το πηδάλιο (α. «τρέμει στην πρύμνη η κόρη καθισμένη», Σολωμ. β. «ἐκ πρύμνης ῥίψαντες ἀγκύρας», ΚΔ) 2. (κατ επέκτ.) ολόκληρο το οπίσθιο τμήμα τού καταστρώματος 3. φρ. α)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”