πραπίδες

πραπίδες, αἱ, eigtl. = φρένες, das Zwerchfell, βάλε ἧπαρ ὑπὸ πραπίδων, Il. 11, 579, wie sonst ὑπὸ φρενῶν; u. übertr., καί οἱ ἀπὸ πραπίδων ἦλϑ' ἵμερος, 24, 514; u., als Sitz des Verstandes, = Verstand; ποίησεν ἰδυίῃσι πραπίδεσσιν, er verfertigte mit Verstand u. Kunst, 1, 608. 18, 380. 20, 12 u. öfter; ἔσχεν ἄκοιτιν ἀραρυῖαν πραπίδεσσιν, eine Gattinn, die ganz seinen Neigungen, Wünschen entsprach, Hes. Th. 608; δικαιᾶν πραπίδων, Pind. P. 4, 281; σοφαῖς πραπίδεσσιν, Ol. 10, 10; ἐς πραπίδας ἀγαγών, P. 5, 63; auch sing., χαύνᾳ πραπίδι, P. 2, 61, vgl. frg. 228. 230; Philet. 2; εὖ πραπίδων λαχόντα, Aesch. Ag. 370; εὖ πραπίδων οἴακα νέμων, 776; Eur. μανείσᾳ πραπίδι, Bacch. 997; einzeln bei sp. D.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πραπίδες — midriff fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραπίδες — αἱ, σπαν. στον εν. πραπίς, ίδος, ή, Α 1. το διάφραγμα που βρίσκεται μεταξύ τού θώρακα και τής κοιλιάς 2. (ως έδρα τής διανοητικής δύναμης) νους, διάνοια 3. (ως έδρα τών αισθήσεων) τα συναισθήματα 4. (ως έδρα τής επιθυμίας) καρδιά. [ΕΤΥΜΟΛ. Σπάνια …   Dictionary of Greek

  • πραπίδα — πραπίδες midriff fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραπίδας — πραπίδες midriff fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραπίδεσι — πραπίδες midriff fem dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραπίδεσιν — πραπίδες midriff fem dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραπίδεσσι — πραπίδες midriff fem dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραπίδεσσιν — πραπίδες midriff fem dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραπίδι — πραπίδες midriff fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραπίδος — πραπίδες midriff fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραπίδων — πραπίδες midriff fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”