πρασιανός

πρασιανός, = πράσινος, M. Ant. 1, 5.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρασιανός — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρασιανός — όν, Α πράσινος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πράσον + κατάλ. ιανός (πρβλ. ταυρ ιανός)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”