πρασιά

πρασιά, , das Gartenbeet; κοσμηταί, Od. 7, 127; οὐ πρασιή τοι ἄνευ κομιδῆς κατὰ κῆπ ον, 24, 247; nach Schol. Hom. τὰς τῶν φυτειῶν τετραγώνους σχέσεις ὡς τὰ πλίνϑια, dah. es Einige von πέρας ableiten, als die Einfassung der Bäume u. Weingärten; nach Andern von πράσον. Sp. auch der Garten selbst, Gemüsegarten, Luc. V. H. 1, 33; u. bes. im plur., Nic. Al. 532 Th. 576. – Uebtr. N. T., Abtheilung, Marc. 6, 40.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρασιά — πρασιά̱ , πρασιά bed in a garden fem nom/voc/acc dual πρασιά̱ , πρασιά bed in a garden fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρασία — πρασίᾱ , πράσιος vomitus fem nom/voc/acc dual πρασίᾱ , πράσιος vomitus fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρασίᾳ — πρασίᾱͅ , πράσιος vomitus fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρασιά — η 1. τμήμα κήπου φυτεμένο, αλλ. φραγιά, παρτέρι. 2. ελεύθερος χώρος ανάμεσα σε οίκημα και δρόμο: Το πολεοδομικό σχέδιο προβλέπει δυο μέτρα πρασιά στην περιοχή αυτή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πρασιά — (allium). Με την ονομασία αυτή (λέγεται και αγριοπρασιά), χαρακτηρίζονται 3 φυτά. Το 1ο, που επιστημονικά ονομάζεται άλλιο το μέλαν ανήκει στην οικογένεια των λειλιδών. Είναι πολυετής πόα, με βλαστό ισχυρό κυλινδρικό, ύψους 40 80 εκ., με βολβό… …   Dictionary of Greek

  • πρασιᾶς — πρασιά bed in a garden fem gen sg (attic doric aeolic) πρασιᾶ̱ς , πρασιάζω divide into beds fut ind act 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρασιάν — πρασιά̱ν , πρασιά bed in a garden fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρασιάς — πρασιά̱ς , πρασιά bed in a garden fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρασίας — πρασίᾱς , πράσιος vomitus fem acc pl πρασίᾱς , πράσιος vomitus fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Прасия — (Πρασία) в древности город элевтеролаконов, на вост. берегу Лаконии, с гаванью. В 430 г. до Р. Хр. город был взят афинянами и разрушен …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • ПРАСИЙСКОЕ ОЗЕРО —    • Πρασιὰς λίμνη,          также Κερκινι̃τις, значительное озеро в Македонии (н. Такино), через которое протекает Стримон, выше Амфиполя. Hdt. 5, 25. 1, 11, 3 …   Реальный словарь классических древностей

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”