μνηστός

μνηστός, umworben, gefrei't; ἄλοχος μνηστή, die Gemahlinn, um die ordentlich geworben, die rechtmäßig verheirathet ist, Il. 6, 246. 9, 399 Od. 1, 36 u. öfter, im Ggstz der Kebsweiber; auch μνηστή, die Braut, Ap. Rh. 1, 780.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μνηστός — μνηστός, ή, όν (ΑΜ, Μ θηλ. και μνήστη) 1. αυτός που έχει μνηστευθεί 2. αυτός που είναι νόμιμα παντρεμένος μσν. 1. το αρσ. ως ουσ. ὁ μνηστός μνηστήρας, αρραβωνιαστικός 2. το θηλ. ως ουσ. ἡ μνηστή και μνήστη αρραβωνιαστικιά αρχ. αυτός που αξίζει να …   Dictionary of Greek

  • μνηστῶν — μνηστός wooed and won fem gen pl μνηστός wooed and won masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνηστόν — μνηστός wooed and won masc acc sg μνηστός wooed and won neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνηστῆς — μνηστός wooed and won fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνηστῇ — μνηστός wooed and won fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνηστῇς — μνηστός wooed and won fem dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνηστῇσι — μνηστός wooed and won fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνηστῇσιν — μνηστός wooed and won fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνηστή — μνηστός wooed and won fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνηστήν — μνηστός wooed and won fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνηστῷ — μνηστός wooed and won masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”