μνηστεύω

μνηστεύω, ein Freier sein, freien, werben; γυναῖκα, um ein Weib, Od. 18, 277; absol., 4, 684; ϑύγατρα, Hes. frg. 73; πολλάς, Eur. Alc. 720; heirathen, Theogn. 1108; Theocr. 18, 6; in Prosa; Xen. sagt Ἀλέξανδρος ἐμνήστευσε τὴν Ἰάσονος γυναῖκα ἀναλαβεῖν, Hell. 6, 4, 37; Plut. Apophth. Lacon. p. 229. – Auch für einen Andern werben, dah. auch med. für sich werben, Luc. ὁ τὴν κόρην μεμνηστευμένος, Asin. 26, a. Sp.; – aber auch pass., von dem Mädchen, verheirathet werden, τινί, an Einen, N. T., z. B. Matth. 1, 18; – γάμον μνηστεύειν, eine Ehe stiften, γάμους, Eur. I. A. 847; τῷ καὶ ἀεξηϑέντι ϑεαὶ γάμον ἐμνήστευσαν, Ap. Rh. 2, 511; in Prosa, τῇ πόλει δεῖ συμφέροντα μνηστεύειν γάμον ἕκαστον, Plat. Legg. VI, 773 b; vgl. Luc. Soloec. 9. – Uebertr. sich um Etwas bewerben, wonach trachten, χειροτονίαν, Isocr. 8, 15; τὸν πόλεμον, nach dem Oberbefehl, Plut. Mar. 34. Auch med., ἑαυτῷ τὸν δεσπότην, für sich zu gewinnen suchen, Luc. merc. cond. 23; c. int., Plut. Caes. 58.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μνηστεύω — court pres subj act 1st sg μνηστεύω court pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνήστεύω — ρ. μετβ. 1) обручать, см. αρραβωνιάζω ; 2) обручаться, см. αρραβωνιάζω (αρραβωνιάζομαι) …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • μνηστεύω — (ΑΜ μνηστεύω Α δωρ. τ. μναστεύω) [μνηστός] δεσμεύω δύο άτομα διαφορετικού φύλου με αμοιβαία υπόσχεση γάμου, αρραβωνιάζω (α. «αύριο, μνηστεύω την κόρη μου» β. «ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ τῇ μεμνηστευμένη αὐτῷ γυναικί», ΚΔ) νεοελλ. (η μτχ. παθ. παρακμ …   Dictionary of Greek

  • μνηστεύω — μνήστεψα, μνηστεύτηκα, μνηστευμένος, αρραβωνιάζω, δεσμεύω δύο άτομα με αμοιβαία υπόσχεση γάμου: Είναι μνηστευμένοι δέκα χρόνια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μνηστεύεσθε — μνηστεύω court pres imperat mp 2nd pl μνηστεύω court pres ind mp 2nd pl μνηστεύω court imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνηστεύῃ — μνηστεύω court pres subj mp 2nd sg μνηστεύω court pres ind mp 2nd sg μνηστεύω court pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμνηστευμένον — μνηστεύω court perf part mp masc acc sg μνηστεύω court perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμνηστεῦσθαι — μνηστεύω court perf inf mp μνηστεύω court perf inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνηστευθέντα — μνηστεύω court aor part pass neut nom/voc/acc pl μνηστεύω court aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνηστευομένων — μνηστεύω court pres part mp fem gen pl μνηστεύω court pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνηστευσαμένων — μνηστεύω court aor part mid fem gen pl μνηστεύω court aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”