μνησι-χάρη

μνησι-χάρη, , Frohsinn, = ἡδονή, Hesych.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μνησιχάρη — μνησιχάρη, ἡ (Α) (κατά τον Ησύχ. «ἡδονή»>. [ΕΤΥΜΟΛ. < μνησι (βλ. μιμνήσκω) + χάρη ( χαρος < χαίρω)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”