μνημόσυνος

μνημόσυνος, das Andenken erhaltend, ins Gedächtniß rufend, Ar. Vesp. 538. 559; τὸ μνημόσυνον = μνημεῖον, so μνημ. ἑωυτοῦ λιπέσϑαι, Her. 4, 166, μνημόσυνα λιπέσϑαι ἐς τὸν ἅπαντα ἀνϑρώπων βίον, 6, 109. 9, 16, öfter; ähnl. Thuc. εἴ τι μνημόσυνόν που ἔμελλεν αὐτοῦ τῆς οἰκίσεως περιέσεσϑαι, 5, 11; öfter bei sp. D., wie Mel. 14 (XII, 68). 98 (V, 136); N. T.; Luc. Hipp. 2.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μνημόσυνος — μνημόσυνος, ον (Α) υπενθυμητικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < μνήμων + κατάλ. όσυνος (πρβλ. σώφρων: σωφρ όσυνος). Η λ. μαρτυρείται στη Μετάφραση τών Εβδομήκοντα] …   Dictionary of Greek

  • μνημόσυνο — το (ΑΜ μνημόσυνον) νεοελλ. συγκέντρωση κατά τη διάρκεια τής οποίας εκφωνούνται εγκωμιαστικοί λόγοι οι οποίοι αναφέρονται στη ζωή και το έργο προσώπου που έχει πεθάνει («φιλολογικό μνημόσυνο» νεοελλ. μσν. τελετή η οποία γίνεται σε τακτά χρονικά… …   Dictionary of Greek

  • χαρμόσυνος — η, ο / χαρμόσυνος, ύνη, ον, ΝΜΑ, θηλ. και ος ΜΑ αυτός που ενέχει ή που προκαλεί χαρά (α. «χαρμόσυνη είδηση» β. «κροτεῑν λαμπρὸν καὶ χαρμόσυνον», Γρηγ Ναζ.) αρχ. (το ουδ. στον πληθ. ως ουσ.) τὰ χαρμόσυνα (ενν. ἱερά) γιορτή χαράς νεοελλ. το αρσ. ως …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”