μνημόνειος

μνημόνειος, das Gedächtniß betreffend, ζητήματα, Fragen zur Uebung des Gedächtnisses, Poll. 6, 108, Bekk. μνημόνια.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μνημόνειος — και μνημόνιος, ον (Α) αυτός που ανήκει ή αποβλέπει στη μνήμη. [ΕΤΥΜΟΛ. < μνήμων, ονος + κατάλ. ειος (πρβλ. μαρμάρ ειος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”