μνημεῖον

μνημεῖον, τό, ion. u. poet. μνημήϊον, = μνῆμα, Erinnerungszeichen, Andenken; ἔχεις λόγων φερτάτων μναμήϊα, Pind. P. 5, 49, der Worte Denkmal; Tragg., wie Aesch. Spt. 49; ὦ φιλτάτου μνημεῖον ἀνϑρώπων, Soph. El. 1115, vgl. 921; μνημήϊα λιπέσϑαι, Her. 2, 126. 135; ἐπίϑες μνημεῖά μου, Eur. I. T. 702, vgl. 821; μνημεῖα κακῶν τε κἀγαϑῶν ἀΐδια ξυγκατοικίσαντες, Thuc. 2, 41, der es 1, 138 auch für Grabdenkmal braucht, was als seine Eigenthümlichkeit in den VLL. bemerkt ist; so auch Xen. Hell. 2, 4, 17. 3, 2, 15; Matth. 8, 28; ἔχων αὐτοῦ μνημεῖον ἐν τῇ ψυχῇ, Plat. Theaet. 192 a; μνημεῖα ἀνετίϑεσαν, Critia. 120 c; auch τάφων τε καὶ τῶν ἄλλων μνημείων μέγιστα γέρα λαγχάνοντα, Rep. III, 414 a, u. μνημεῖα δ' αὐτοῖς καὶ ϑυσίας τὴν πόλιν δημοσίᾳ ποιεῖν, Gedächtniß feiern, VII, 540 b. Auch Erinnerung in Beziehung auf die Zukunft, μνημεῖα καταλειφϑῆναι τῶν μελλόντων ἔσεσϑαι, Phaedr. 233 a. Er sagt auch τὰ παίδων μαϑήματα ϑαυμαστὸν ἔχει τι μνημεῖον, bleibt wunderbar im Gedächtniß, Tim. 26 b.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μνημεῖον — memorial neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνημεῖα — μνημεῖον memorial neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • MONUMENTUM — Iureconsulto ff. de Religiosis, et sumptibus funerum, idem est quod Graecis Cenotaphium, ita enim ille: Si ibi sit corpus, dici sepulchrum: si absit, dici Monumentum, ut et Graecis Cenotaphium, quia structum solum ad memoriam defuncti. Virgilio… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Agesilao II — Rey de Esparta Reinado 398 a. C. – 358 a. C. Nacimiento 444 a. C. Esparta Fallecimiento 358 a. C …   Wikipedia Español

  • μνημείο — Κάθε τι και κυρίως κάθε κτίσμα στήλη, τύμβος κλπ. που προορίζεται να συμβολίσει μια ιδέα ή να τιμήσει και να διαιωνίσει τη μνήμη κάποιου σημαντικού γεγονότος ή προσώπου. Τα προϊστορικά ντόλμεν, οι πυραμίδες, οι τύμβοι, είναι μνημεία αυτού του… …   Dictionary of Greek

  • μνημείοις — μνημεΐοις , μνημεῖον memorial neut dat pl (ionic) μνημεί̱οις , μνημεῖον memorial neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνημείου — μνημεΐου , μνημεῖον memorial neut gen sg (ionic) μνημεί̱ου , μνημεῖον memorial neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνημείων — μνημεΐων , μνημεῖον memorial neut gen pl (ionic) μνημεί̱ων , μνημεῖον memorial neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνημείῳ — μνημεΐῳ , μνημεῖον memorial neut dat sg (ionic) μνημεί̱ῳ , μνημεῖον memorial neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • жаль — ж., укр., блр. жаль, др. русск. жаль – то же, ст.слав. жаль гробница , μνημεῖον (Map.), болг. жал горе, скорбь , сербохорв. жа̏о жаль, жалко , словен. žàl, род. п. žâli, чеш. žal скорбь, печаль, горе , слвц. žial , польск. żal печаль , в. луж …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • рака — I рака гроб с мощами , др. русск., ст. слав. рака μνημεῖον (Остром., Супр.), болг. рака ларец с мощами , сербохорв. ра̏ка могильный склеп , словен. rakа склеп , наряду с *rаkу, род. п. *rаkъvе, словен. rakǝv ж. гроб, склеп , чеш. rаkеv ж. гроб ,… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”