μνημονικός

μνημονικός, ein gutes Gedächtniß habend, gut behaltend; im Ggstz von ἐπιλήσμων, Ar. Nub. 475; τοῦτο τὸ μάϑημα σοφωτέρους τοὺς Αἰγυπτίους καὶ μνημονικωτέρους παρέξει, Plat. Phaedr. 274 e; ὦ πάντων μνημονικώτατοι, ironisch, die ihr doch sonst an Alles so gut denkt, Xen. An. 7, 6, 38; Folgende; vgl. bes. Plut. Cat. min. 1, wo es neben κάτοχος steht u. dem ἀναμνηστικός entgggstzt ist; – τὸ μνημονικόν, auch mit dem Zusatze τέχνημα, die Erinnerungskunst, Mnemonik, Plat. Hipp. mai. 285 e min. 369 a; τὰ μνημονικά, Xen. Conv. 4, 62; Gedächtnißkraft, Arist. de an. 3, 3; Luc. Alex. 4. – Adv. μνημονικῶς; Plat. Polit. 257 b; κατηγορεῖν, Dem. 59, 110; συνϑεῖναι, S. Emp. adv. math. 7, 347.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μνημονικός — of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνημονικός — ή, ό (Α μνημονικός, ή, όν) [μνήμων] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη μνήμη ή στην ανάμνηση 2. το ουδ. ως ουσ. το μνημονικό(ν) η μνήμη, το θυμητικό («έχει δυνατό μνημονικό») νεοελλ. 1. αυτός που συντελεί στην απομνημόνευση ή την υπενθύμιση… …   Dictionary of Greek

  • μνημονικός — ή, ό ο σχετικός με τη μνήμη: Μνημονική ικανότητα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μνημονικά — μνημονικός of neut nom/voc/acc pl μνημονικά̱ , μνημονικός of fem nom/voc/acc dual μνημονικά̱ , μνημονικός of fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνημονικώτερον — μνημονικός of adverbial comp μνημονικός of masc acc comp sg μνημονικός of neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνημονικωτάτων — μνημονικός of fem gen superl pl μνημονικός of masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνημονικόν — μνημονικός of masc acc sg μνημονικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνημονικώτατον — μνημονικός of masc acc superl sg μνημονικός of neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεξιού χεριού, κανόνας — Μνημονικός κανόνας για τον προσδιορισμό της κατεύθυνσης του επαγωγικού ρεύματος σε έναν αγωγό που κινείται σε μαγνητικό πεδίο. Σύμφωνα με τον κανόνα αυτό, τοποθετούμε τον αντίχειρα, τον δείκτη και το μεσαίο δάχτυλο του δεξιού χεριού κατά τέτοιο… …   Dictionary of Greek

  • μνημονικοῖς — μνημονικός of masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνημονικοῖσι — μνημονικός of masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”