μνημάτιον

μνημάτιον, τό, dim., kleines Denkmal, Titel einer Komödie des Epigenes, Ath. XI, 472 e.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μνημάτιον — μνημάτιον, τό (Α) [μνήμα] 1. μνημάδιον* 2. ως κύριο όν. τίτλος έργου τού Διφίλου και τού Επιγένους …   Dictionary of Greek

  • μνημάτιον — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνηματίῳ — μνημάτιον neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιγενής — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Σικυώνιος ποιητής, από τους αρχαιότερους τραγικούς. Για τη ζωή του και το έργο του υπάρχουν πολύ αόριστες πληροφορίες. Μερικοί φιλόλογοι τον θεωρούν ημιμυθικό πρόσωπο, ενώ κατά το λεξικό της Σούδας (Σουίδας),… …   Dictionary of Greek

  • μνημάφιον — μνημάφιον, τὸ (Α) μνημάτιον*. [ΕΤΥΜΟΛ. < μνῆμα + υποκορ. κατάλ. άφιον (πρβλ. θηρ άφιον)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”