μνημήϊον

μνημήϊον, τό, ion. = μνημεῖον, Her.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μνημήιον — μνημήϊον , μνημεῖον memorial neut nom/voc/acc sg (ionic) μνημήιον memorial neut nom/voc/acc sg μνημήιος bearing record masc/fem acc sg μνημήιος bearing record neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνημήιον — μνημήϊον, τὸ (Α) ιων. τ. βλ. μνημείο …   Dictionary of Greek

  • μνημείο — Κάθε τι και κυρίως κάθε κτίσμα στήλη, τύμβος κλπ. που προορίζεται να συμβολίσει μια ιδέα ή να τιμήσει και να διαιωνίσει τη μνήμη κάποιου σημαντικού γεγονότος ή προσώπου. Τα προϊστορικά ντόλμεν, οι πυραμίδες, οι τύμβοι, είναι μνημεία αυτού του… …   Dictionary of Greek

  • μνημήι' — μνημήϊα , μνημεῖον memorial neut nom/voc/acc pl (ionic) μνημήια , μνημήιον memorial neut nom/voc/acc pl μνημήια , μνημήιος bearing record neut nom/voc/acc pl μνημήιε , μνημήιος bearing record masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνημήια — μνημήϊα , μνημεῖον memorial neut nom/voc/acc pl (ionic) μνημήιον memorial neut nom/voc/acc pl μνημήιος bearing record neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”