πρεπόντως

πρεπόντως, adv. part. praes. von πρέπω, auf geziemende od. schickliche Art; Pind. Ol. 3, 9; Aesch. Ag. 673; Eur. Rhes. 202; u. in Prosa: ὡς πρεπόντως τοῠ νεανίσκου εἰπόντος, Plat. Conv. 198 a, σαυτῷ καὶ τῇ πατρίδι πρεπόντως, Legg. III, 699 a, u. sonst.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρεπόντως — fitly indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεπόντως — Α επίρρ. κατά πρέποντα, κατά αρμόζοντα τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < πρέπων, οντος, μτχ. τού πρέπω] …   Dictionary of Greek

  • εναίσιμος — η, ο (Α ἐναίσιμος, ον) νεοελλ. «εναίσιμος επί διδακτορίᾳ διατριβή» πρωτότυπη μελέτη που υποβάλλουν πτυχιούχοι πανεπιστημίου για να αναγορευθούν διδάκτορες αρχ. 1. αυτός που προαναγγέλλει το μέλλον («ἐναίσιμα σήματα», Ομ. Ιλ.) 2. αίσιος, ευμενής,… …   Dictionary of Greek

  • νηφόντως — (Α) επίρρ. 1. με νηφαλιότητα, με σύνεση 2. με ένταση, άγρυπνα («τὸ μὴ συνεχῶς προσεύχεσθαι καὶ νηφόντως», Εφραίμ. Σύρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < νήφων, οντος, μτχ. ενεστ. τού νήφω «απέχω από το κρασί, είμαι σε πνευματική διέγερση» + επιρρμ. κατάλ. ως (πρβλ …   Dictionary of Greek

  • οφειλόντως — ὀφειλόντως (Α) επίρρ. (κατά τον Ησύχ.) «πρεπόντως, δεόντως». [ΕΤΥΜΟΛ. Επίρρ. σχηματισμένο από τη μτχ. ὀφείλων, οντος τού ὀφείλω] …   Dictionary of Greek

  • πρεπούμενος — η, ον, Ν 1. κατάλληλος, επιβαλλόμενος («έγιναν οι πρεπούμενες τελετές») 2. (το ουδ. ως ουσ. και κυρίως στον πληθ.) το πρεπουμενο και τα πρεπούμενα α) ό,τι αρμόζει ή δικαιωματικώς ανήκει σε κάποιον («τού δωσα το πρεπούμενο») β) το σωστό, το δίκαιο …   Dictionary of Greek

  • προσωδία — Το σύνολο των γλωσσικών φαινομένων των σχετικών με τον τόνο και την ποσότητα (βραχύτητα ή μακρότητα) των συλλαβών. Ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως στη μετρική. Αντίθετα, στη σύγχρονη γλωσσολογία, με τον όρο π. εννοούμε το σύνολο των φωνητικών… …   Dictionary of Greek

  • ՎԱՅԵԼՉԱԲԱՐ — ( ) NBH 2 0776 Chronological Sequence: Unknown date, 6c, 8c, 10c մ. πρεπόντως, εἱκότως decenter, convenienter, congruenter, apte, rite, jure, merito. Վայելչապէս. պատշաճաբար. ʼի դէպ. օրինօք. յարմարապէս. կարի քաջ. գեղեցիկ. *Վայելչաբար. Պրպմ. ՟Լ՟Զ:… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • ՎԱՅԵԼՉԱՊԷՍ — ( ) NBH 2 0777 Chronological Sequence: Unknown date, 5c, 6c, 12c Տ. ՎԱՅԵԼՉԱԲԱՐ. πρεπόντως, εἱκότως, ἁμυδρῶς decenter, rite, convenienter եւ այլն. *Վայելչապէս ասել, կամ պատմել, իմանալ. բուռն հարկանել. կատարել. որոշել. Փիլ.: Լմբ. պտրգ.: Մաքս. եկեղ …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”