πριστός

πριστός, adj. verb. von πρίω, gesägt, zerschnitten; ἐλέφας, zerschnittenes od. glatt gefeiltes Elfenbein, Od. 18, 196. 19, 564; ῥινήματα, Eur. bei Plut. de audit. 9; κνῆσμα, Qu. Maec. 6 (VI, 233).


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πριστός — sawn masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πριστός — ή, ό / πριστός, ή, όν, ΝΑ 1. κομμένος με πριόνι, πριονιστός, πριονισμένος 2. όμοιος με πριόνι, οδοντωτός, πριονωτός αρχ. 1. (σχετικά με μάρμαρο) αυτός τον οποίο μπορεί κανείς να πριονίσει 2. φρ. «πριστὸς ἐλέφας» στιλβωμένο ελεφάντινο οστό,… …   Dictionary of Greek

  • πριστόν — πριστός sawn masc acc sg πριστός sawn neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πριστοῖς — πριστός sawn masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πριστοῖσι — πριστός sawn masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πριστοί — πριστός sawn masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πριστοῦ — πριστός sawn masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πριστή — πριστός sawn fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πριστῶ — πριστός sawn masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πριστῷ — πριστός sawn masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεόπριστος — νεόπριστος, ον (Α) (επικ. τ.) αυτός που πριονίστηκε πρόσφατα. [ΕΤΥΜΟΛ. < νε(ο) * + πριστος (< πρίω «πριονίζω»), πρβλ. εύ πριστος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”