πριστήρ

πριστήρ, ῆρος, ὁ, der Säger, die Säge, Sp.; – πριστῆρες, ὀδόντες, die vordern Zähne, Säge-, Schneidezähne, Ep. ad. 200 (App. 373).


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πριστήρ — ῆρος, ὁ, Α 1. πριόνι 2. πριονιστής («πριστῆρες δαιτὸς ὀδόντες», Ανθ. Παλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < πρίω (για το σ βλ. πρίω) + επίθημα τήρ (πρβλ. κτισ τήρ)] …   Dictionary of Greek

  • πριστῆρα — πριστήρ saw masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πριστῆρες — πριστήρ saw masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλευροπριστήρ — ῆρος, ὁ, Α πριόνι για να κόβονται τα πλευρά. [ΕΤΥΜΟΛ. < πλευρά + πριστήρ (< πρίω «πριονίζω»)] …   Dictionary of Greek

  • πριστηροειδής — ές, Α όμοιος με πριόνι. [ΕΤΥΜΟΛ. < πριστήρ, ῆρος «πριόνι» + ειδής*] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”