πρεσβευτής

πρεσβευτής, , im plur. gew. οἱ πρέσβεις (s. unt. πρέσβυς), Gesandter; Thuc. 5, 4. 8, 5; Dem. u. Folgde; doch auch im plur. οἱ πρεσβευταί, Thuc. 8, 77.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρεσβευτής — πρεσβευτής, ο και πρέσβης, ο ο αναγνωρισμένος αντιπρόσωπος ενός κράτους σε ξένη χώρα: Έφτασε στην Αθήνα και έδωσε τα διαπιστευτήριά του ο νέος πρεσβευτής της Γαλλίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πρεσβευτής — ambassador masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβευτής — ο, ΝΑ, και κρητ. τ. πρεγγευτάς και πρεγγευτής και πρειγευτάς και πρειγευτής και πρεισγευτάς και πρεσγευτάς, θηλ. πρεσβεύτειρα, Α πρόσωπο που αναλαμβάνει το καθήκον να εκπροσωπήσει ένα κράτος σε άλλο κράτος, να διεξάγει διαπραγματεύσεις και να… …   Dictionary of Greek

  • πρεσβευτής — [прэзвэфтис] ουσ. а. посол, посланник …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πρεσβευταῖς — πρεσβευτής ambassador masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβευταί — πρεσβευτής ambassador masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβευτοῦ — πρεσβευτής ambassador masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβευτῇ — πρεσβευτής ambassador masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβευτέα — πρεσβευτής ambassador masc acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβευτήν — πρεσβευτής ambassador masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβευτῶν — πρεσβευτής ambassador masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”