πρεσβεύς

πρεσβεύς, , der Gesandte, nur im dat. πρεσβεῦσι, Lycophr. 1056; vgl. Lob. Phryn. 69; der nom. plur. ist πρέσβηες zu schreiben u. auf πρέσβυς zurückzuführen, für πρέσβεις, z. B. Hes. Sc. 245. Nach Schol. Ar. Ach. 93 wollten Einige auch πρεσβέως für πρέσβεως, wie von πρεσβεύς, schreiben, was dort verworfen wird.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρεσβεύς — ambassador masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβεύς — έως, ὁ και βοιωτ. τ. πληθ. πρισγεῑες, Α πρέσβυς, πρεσβευτής, απεσταλμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αλλος τ. τού πρέσβυς με επίθημα εύς] …   Dictionary of Greek

  • πρεσβῆ — πρεσβεύς ambassador masc nom/voc/acc dual (epic) πρεσβεύς ambassador masc acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβεῖ — πρεσβεύς ambassador masc dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβεῦσι — πρεσβεύς ambassador masc dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβεῦσιν — πρεσβεύς ambassador masc dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβῆες — πρεσβεύς ambassador masc nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβέος — πρεσβεύς ambassador masc gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβέων — πρέσβα august fem gen pl (epic ionic) πρέσβη fem gen pl (epic ionic) πρέσβος object of reverence neut gen pl (epic doric ionic aeolic) πρέσβυς old man masc gen pl (epic doric ionic aeolic) πρεσβεύς ambassador masc gen pl (epic) πρεσβέω̆ν ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρισγείες — οἱ, Α (βοιωτ. τ. πληθ.) βλ. πρεσβεύς …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”