πρωτό-μαχος

πρωτό-μαχος, zuerst od. in der vordersten Reihe kämpfend, s. Ath. IV, 154 c; Inscr.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ισόμαχος — η, ο (Α ἰσόμαχος, ον) ίσος στη μάχη, ισόπαλος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο) * + μαχος (< μάχομαι), πρβλ. πολύ μαχος, πρωτό μαχος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”