πρεσβεύω

πρεσβεύω, 1) älter od. der Aelteste sein; Soph. O. C. 1424; Thuc. 6, 55; Plat. Legg. XII, 951 e; – c. gen. der Person, die man an Alter übertrifft, Her. 7, 2, wie Sp., z. B. D. Cass. 57, 12; vom Weine sagt Archestrat. bei Ath. I, 29 c ἐὰν ᾖ πολλαῖς πρεσβεύων ἐτέων ὥραις; a. D.; – ehren, achten, vorziehen, πάντων δὲ πρῶτον τόνδε πρεσβεύσω τάφον, Aesch. Ch. 481; Eum. 1; μὴ τὸ μητρὸς ὄνομα πρεσβεύσῃς πλέον, Soph. Tr. 1055; Eur. Hipp. 5 Rhes. 941; τοὺς αὐτοὺς πρεσβεύω καὶ τιμῶ, Plat. Crit. 46 b; dah. pass. geachtet werden, den ersten Platz einnehmen, vorstehn, Aesch. Eum. 21; κακῶν πρεσβεύεται τὸ Λήμνιον λόγῳ, Ch. 631; τὸ πρεσβύτερον ὡς οὐ σμικρῷ τοῠ νεωτέρου ἐστὶ πρεσβευόμενον ἔν τε ϑεοῖσι καὶ ἐν ἀνϑρώποις, Plat. Legg. IX, 879 b. – Uebh. besorgen, behandeln, λόγους, D. L. prooem. 18, Luc. piscat. 23. – Auch intr., den Vorzug, den Vorrang vor andern haben, φήμ' ἔγωγε πρεσβεύειν πολύ, Soph. Ant. 716; – c. gen., τῶν πολλῶν πόλεων, Plat. Legg. VI, 752 e; dah. obwalten, herrschen, Ὀλύμπου τοῠδ' ὁ πρεσβεύων πατήρ, Soph. Ai. 1368. – 2) Gesandter sein, als Gesandter reisen, unterhandeln; Eur. Heracl. 480; ἤδη πεπρέσβευκας, Ar. Ach. 585; u. in Prosa : πρεσβεύειν τὴν εἰρήνην, als Gesandter den Frieden unterhandeln, Andoc. 3, 23, wie Isocr. 4, 177; auch φιλίαν, Andoc. 3, 29; ὁσάκις παρὰ μέγαν βασιλέα πρεσ βεύων ἀφίκετο, Plat. Charm. 158 a, u. öfter; Xen. u. Folgde, wie Plut. Alcib. 24. Häufiger in dieser Bdtg im med., wie Thuc. 1, 31. 94. 4, 41 u. sonst; gew. absol., ἦλϑον ἐς τοὺς Βοιωτοὺς πρεσβευόμενοι, als Gesandte, 5, 39; auch = eine Gesandtschaft schicken, πρεσβευομένοις αὐτοῖς πανταχόσε βοηϑεῖν οὐδεὶς ἤϑελε, Plat. Legg. III, 698 d; Thuc. 1, 67. 91. – Aber pass. ist ἀπαγγέλλειν τι τῶν πεπρεσβευμένων Dem. 19, 19.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρεσβεύω — to be the elder pres subj act 1st sg πρεσβεύω to be the elder pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβεύω — βλ. πίν. 19 (μόνο στον ενεστ. και παρατατ.) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • πρεσβεύω — ρ. μετβ. κ. αμετβ. 1) αμετβ. (о Богородице) быть заступницей, предстательницей за человеческий род перед Богом, предстоять в молитве; 2) μετβ. придерживаться какого то мнения, убеждения; 3) верить, исповедовать, признавать Этим. дргр. ,… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • πρεσβεύω — ΝΜΑ, και κρητ. τ. πρειγεύω Α [πρέσβυς] 1. είμαι πρεσβευτής, εκτελώ καθήκοντα πρεσβευτή 2. έχω ορισμένη αντίληψη, ομολογώ, φρονώ, πιστεύω, παραδέχομαι 3. εκκλ. μεσιτεύω, μεσολαβώ («Παναγία Θεοτόκος πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν», Όρθρ.) αρχ. 1. είμαι… …   Dictionary of Greek

  • πρεσβεύω — πιστεύω, ομολογώ, παραδέχομαι: Πρεσβεύω πως η λύση που προτείνετε είναι σωστή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πρεσβεύω — [прэзвэво] р. открыто заявлять, исповедывать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πρεσβεύεσθε — πρεσβεύω to be the elder pres imperat mp 2nd pl πρεσβεύω to be the elder pres ind mp 2nd pl πρεσβεύω to be the elder imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβεύετε — πρεσβεύω to be the elder pres imperat act 2nd pl πρεσβεύω to be the elder pres ind act 2nd pl πρεσβεύω to be the elder imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβεύσουσιν — πρεσβεύω to be the elder aor subj act 3rd pl (epic) πρεσβεύω to be the elder fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) πρεσβεύω to be the elder fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβεύσω — πρεσβεύω to be the elder aor subj act 1st sg πρεσβεύω to be the elder fut ind act 1st sg πρεσβεύω to be the elder aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβεύῃ — πρεσβεύω to be the elder pres subj mp 2nd sg πρεσβεύω to be the elder pres ind mp 2nd sg πρεσβεύω to be the elder pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”