μνῆστρον

μνῆστρον, τό, Verlobung, Vermählung, Sp.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μνῆστρον — betrothal neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνῆστρα — μνῆστρον betrothal neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνήστροις — μνῆστρον betrothal neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνήστρων — μνῆστρον betrothal neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνήστρο(ν) — το (ΑΜ μνῆστρον) νεοελλ. 1. δαχτυλίδι που ανταλλάσσεται στον αρραβώνα 2. στον πληθ. τα μνήστρα τα δώρα, και ιδίως τα κοσμήματα που ανταλλάσσουν οι αρραβωνιασμένοι μσν. φρ. α) «ἔχω μνήστρα» είμαι μνηστευμένος β) «λαμβάνω μνῆστρον» μνηστεύομαι μσν …   Dictionary of Greek

  • -τρο(ν) — ΝΜΑ επίθημα.ουδέτερων ουσιαστικών όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, που εμφανίζεται ήδη σε αρχαιότατα κείμενα, έχει μεγάλη παραγωγική δύναμη, κυρίως στην Αρχαία, και απαντά σε 200 περίπου ουσιαστικά. Το επίθημα ουδετέρου τρον, όπως και τα… …   Dictionary of Greek

  • μνήστρα — η обручение – последование обручения брачующихся в церкви Этим. < μνήστρον «помолвка, брак» < μνώμαι см. μνηστήρας …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ՎԱՐՁԱՆՔ — (նաց.) NBH 2 0796 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 8c, 12c գ. φερνή dos δόμα donum. Վարձ հարսին կամ հարսնութեան ʼի փեսայէ եւ ʼի տանէ նորա. օժիտ, գրաւական. քեապին, յիշելիք. պարգեւ. տուայր. ճէհիզ. աղըրլըգ: տե՛ս Ծն. ՟Լ՟Դ. 12:… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”