μνῆστις

μνῆστις, , das Gedenken an Etwas; οὐδέ τις ἡμῖν δόρπου μνῆστις ἔην, wir dachten nicht an das Abendessen, Od. 13, 280; ἴσχε κἀμοῦ μνῆστιν, Soph. Ai. 516. 1248, gedenken; οὕτω δὴ Γέλωνος μνῆστις γέγονε, so dachtet ihr, erinnertet euch an den Gelon, Her. 7, 158; sp. D., wie Theocr. 28, 23; Nic. Ther. extr.; vgl. Lob. zu Phryn. 256.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μνήστις — ιος, ἡ (Α, δωρ. και αιολ. τ. μνάστις) 1. ανάμνηση, θύμηση, μνήμη 2. μνεία 3. προσοχή 4. φήμη 5. φρ. «μνῆστις γίγνεται» θυμούνται ή συλλογίζονται οι άνθρωποι. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. μνη σ τού μι μνή σκω + επίθημα τις (για το σ τού τ. πρβλ. λῆ σ τις)] …   Dictionary of Greek

  • μνῆστις — remembrance fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνᾶστιν — μνῆστις remembrance fem acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνᾶστις — μνῆστις remembrance fem nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνῆστιν — μνῆστις remembrance fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μνήστης — μνῆστις remembrance fem nom/voc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Minerva — This article is about the Roman goddess. For other uses, see Minerva (disambiguation). Mosaic of the Minerva of Peace (detail), Elihu Vedder, 1896 (Library of Congress) …   Wikipedia

  • Menrva — (MEchatronics N Robotics for Viable Applications) is also the name of a research laboratory at Simon Fraser University, Canada. The Judgement of Paris on an Etruscan bronze mirrorback, 4th 3rd century BCE (Louvre). Menrva is the second character… …   Wikipedia

  • Menrva — En la mitología etrusca, Menrva es la Diosa de la sabiduría, la guerra, el arte y el comercio. Ella es parte de la tríada suprema junto con Tinia y Uni, equivalente a la tríada romana Jupiter Juno Minerva. Su contraparte griega es Atenea y es… …   Wikipedia Español

  • μιμνήσκω — (ΑΜ, Α αιολ. τ. μιμναΐσκω) (μέσ. παθ.) μιμνήσκομαι α) ανακαλώ στη μνήμη μου, θυμάμαι («μνήσθητί μου Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῇ βασιλείᾳ σου», ΚΔ) β) κάνω μνεία, μνημονεύω, αναφέρω («πρῶτος εἰπὼν καὶ μνησθεὶς ὑπὲρ τῆς εἰρήνης», Δημοσθ.) γ) εντείνω… …   Dictionary of Greek

  • μνάστις — μνᾱστις, ἡ (Α) (δωρ. τ.) βλ. μνήστις …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”