πρεσβῦτις

πρεσβῦτις, ιδος, ἡ, fem. zu πρεσβύτης, die Alte; Aesch. Eum. 701. 981; Eur. Hec. 842; Plat. Hipp. mai. 286 a; ἄνϑρωπος, Lys. 1, 15; Aesch. 3, 157; Folgende, wie Plut. adv. Stoic. 6.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρεσβῦτις — Aër. fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβύτις — ύτιδος, η, ΝΑ βλ. πρεσβύτης (Ι) …   Dictionary of Greek

  • πρεσβῦτι — πρεσβῦτις Aër. fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβῦτιν — πρεσβῦτις Aër. fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβύτης — (I) ο, θηλ. πρεσβύτις, ιδος / πρεσβῡτις, ΝΑ γέρος, γριά αρχ. 1. κυρίως αυτός που ανήκε στην έκτη από τις επτά ηλικίες στις οποίες διαιρούσαν οι αρχαίοι τη ζωή, από τη γέννηση μέχρι τα έσχατα γηρατειά 2. αυτός που βλέπει μακριά, όπως συνήθως οι… …   Dictionary of Greek

  • PRESBYTER — I. PRESBYTER Hebr. Zeken, i. e. Senior, nomen titulusque eminentioribus olim, adeoque Praefectis Iuridicis Israelitarum, iam per intervallum Legis dationem in Sinai antevertens, tribui solitus et quidem his inprimis, uti vidimus supra, voce Iudex …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ԱՒՍԱՐԴ — ( ) NBH 1 0397 Chronological Sequence: 6c գ. ԱՒՍԱՐԴ կամ ՕՍԱՐԴ. πρεσβυτέρα, πρεσβύτις vetula, anus, maxima natu Պառաւ. կին աւագ կամ երիցագոյն հասակաւ. *Եւ ոչ զաղջկունս միայն, այլեւ զաւսարդս, այլեւ զզուգահասակս. Փիլ. ՟ժ. բան …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • πρεσβυτίδων — πρεσβῡτίδων , πρεσβῦτις Aër. fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβῦτ' — πρεσβῦτα , πρεσβύτης age masc voc sg πρεσβῦτα , πρεσβύτης age masc nom sg (epic) πρεσβῦται , πρεσβύτης age masc nom/voc pl πρεσβῦτι , πρεσβῦτις Aër. fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβύτιδα — πρεσβύ̱τιδα , πρεσβῦτις Aër. fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεσβύτιδας — πρεσβύ̱τιδας , πρεσβῦτις Aër. fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”