πριᾱπίζω

πριᾱπίζω, ion. πριηπίζω, sich wie Priapos (s. nomen pr.) gebehrden, geil sein, Tymn. 3 (Plan. 237).


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πριαπίζω — και ιων. τ. πριηπίζω Α [Πρίαπος] 1. μιμούμαι τον Πρίαπο, είμαι λάγνος, ακόλαστος, ασελγής 2. έχω σηκωμένο τον φαλλό («τραγέλαφος πριαπίζων», επιγρ.) …   Dictionary of Greek

  • πριαπισμός — Παθολογική κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από παρατεταμένες και συχνά επώδυνες στύσεις, οι οποίες δημιουργούνται χωρίς γενετήσια επιθυμία και δεν καταλήγουν στην εκσπερμάτιση. Ο π. οφείλεται σε νευροπάθειες και παρουσιάζεται σε διάφορες ηλικίες. * …   Dictionary of Greek

  • πριαπισταί — οἱ, Α [πριαπίζω] οι λάτρεις τού Πριάπου …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”