πρεῖγυς

πρεῖγυς, dor. äol. Form von πρέσβυς, von der πρειγεία, πρείγιστος u. ä. kommen, s. Buttm. Lexil. II p. 162.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρείγυς — ὁ, Α (κρητ. τ.) βλ. πρέσβυς …   Dictionary of Greek

  • πρέσβυς — εως, ο, ΝΜΑ, πρέσβης Ν, τ. γεν. εος και κρητ. δωρ. τ. πρέσγυς και κρητ. τ. πρεῑγυς, Α 1. πρεσβευτής 2. (στην αρχαιότητα) έκτακτος απεσταλμένος μιας ελληνικής πόλης προς άλλη, ο οποίος, ως αντιπρόσωπος τών αρχόντων τής πατρίδας του και τών… …   Dictionary of Greek

  • муж — род. п. а, укр. муж, др. русск. мужь, ст. слав. мѫжь ἀνήρ, болг. мъжът (Младенов 313), сербохорв. му̑ж, словен. mо̑ž, род. п. mоžа̑, чеш., слвц. muž, польск. mąż, род. п. męza, в. луж., н. луж. muž. Несомненно родственно др. инд. manuṣ (manu …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”