πρακτέος

πρακτέος, adv. verb. von πράσσω, zu thun.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρακτέος — to be done masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρακτέα — πρακτέος to be done neut nom/voc/acc pl πρακτέᾱ , πρακτέος to be done fem nom/voc/acc dual πρακτέᾱ , πρακτέος to be done fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρακτέον — πρακτέος to be done masc acc sg πρακτέος to be done neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρακτέοις — πρακτέος to be done masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρακτέου — πρακτέος to be done masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρακτέῳ — πρακτέος to be done masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρακτέων — πράκτης treacherous person masc gen pl (epic ionic) πρακτέος to be done masc/neut gen pl πρακτός things to be done masc/fem gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”