πρακτήριος

πρακτήριος, vollbringend, ausführend, Aesch. Suppl. 518.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρακτήριος — efficacious masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρακτήριος — ον, ΜΑ [πρακτήρ] μσν. το ουδ. ως ουσ. τὸ πρακτήριον πρακτική, δραστηριότητα αρχ. δραστήριος, αποτελεσματικός, δραστικός …   Dictionary of Greek

  • πρακτήριον — πρακτήριος efficacious masc/fem acc sg πρακτήριος efficacious neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έπομαι — (AM ἕπομαι) 1. ακολουθώ άλλον, συνοδεύω (α. «ἡγήσατο, τοὶ δ’ ἅμ’ ἕποντο», Ομ. Οδ. β. «τῷ δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο Λοκρῶν», Ομ. Ιλ.) 2. (στο γ’ εν. πρόσ.) ἕπεται προκύπτει, εξάγεται ως συμπέρασμα 3. (η μτχ. ενεστ.) ἑπόμενος, η, ο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”