πραγματευτής

πραγματευτής, , der ein Geschäft betreibt, Geschäftsmann, auch Handelsmann, Suid. erkl. ἔμπ ορος, vgl. Schol. Ar. Plut. 521; Plut. öfter, der es mit τοκιστής u. τραπεζίτης vrbdt, de cupd. div. 4.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πραγματευτής — business representative masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραγματευτής — Hμιορεινός οικισμός (υψόμ. 200 μ.), στην πρώην επαρχία Κυνουρίας, του νομού Αρκαδίας. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (8 τ. χλμ.), στον οποίο υπάγονται και οι οικισμοί Λιβάδι (υψόμ. 20 μ.), Σαμπατική (υψόμ. 20 μ.). Βρίσκεται BA του Λεωνιδίου κοντά… …   Dictionary of Greek

  • πραγματευταῖς — πραγματευτής business representative masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραγματευταί — πραγματευτής business representative masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραγματευτοῦ — πραγματευτής business representative masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραγματευτῇ — πραγματευτής business representative masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραγματευτήν — πραγματευτής business representative masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραγματευτῶν — πραγματευτής business representative masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραγματευτά — πραγματευτά̱ , πραγματευτής business representative masc nom/voc/acc dual πραγματευτής business representative masc voc sg πραγματευτής business representative masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραγματευτάς — πραγματευτά̱ς , πραγματευτής business representative masc acc pl πραγματευτά̱ς , πραγματευτής business representative masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραγματάς — ᾱ, ό, Α 1. ο πραγματευτής 2. ονομασία ιερατικού αξιώματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πρᾶγμα, ατος + κατάλ. ᾶς (πρβλ. μαχαιρ άς)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”