πραγματεύομαι

πραγματεύομαι, ion. πρηγματεύομαι, depon. med., doch findet sich auch der aor. pass. πρηγματευϑῆναι in derselben actioen Bdtg, Her. 2, 87, wie Strab. 12, 3, 11; – eine Sache, ein Geschäft treiben, beschäftigt sein, sich womit abgeben, Etwas treiben; πάντα ταῠτα, Plat. Prot. 361 d; περί τι, Theaet. 187 a; περὶ σωφροσύνης, Rep. IV, 430 d, u. öfter; das pers. auch in passiver Bdtg, Parm. 129 e; ἃ ποιήματά μοι ἐδόκει μάλιστα πεπραγματεῠσϑαι αὐτοῖς, Apol. 22 b; πραγματεύεσϑαι τὴν νύκτα, die Nacht durch arbeiten, Xen. Cyr. 2, 4, 26; Dem. u. Folgde; συντάξεις πραγματεύεσϑαι, Geschichte schreiben, Pol. 12, 27, 7. τοὺς πολέμους καὶ τὰς πράξεις, 4, 4, 3; auch absolut in dieser Bdtg, 1, 4, 3; später bes. Geld- u. Handelsgeschäfte machen, Plut. Sull. 17; πρ. ἀπὸ ἐμπορίας καὶ δανεισμῶν, Cat. min. 59.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πραγματεύομαι — πραγματεύομαι, πραγματεύτηκα και πραγματεύθηκα βλ. πίν. 20 Σημειώσεις: πραγματεύομαι : δες σημείωση διαπραγματεύομαι …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • πραγματεύομαι — ΝΜΑ, και ιων. τ. πρηγ ματεύομαι, Α [πράγμα, ατος] 1. ασχολούμαι με κάτι 2. διαπραγματεύομαι (α. «νουθετώντας να τά πραγματευθούν με φρονιμάδα» Αραθ. Μυθ. β. «εἶπε πρὸς αὐτούς πραγματεύσασθαι ἐν ᾦ ἔρχομαι», ΚΔ) νεοελλ. εξετάζω ένα θέμα προσεχτικά …   Dictionary of Greek

  • πραγματεύομαι — πραγματεύτηκα 1. ασχολούμαι με κάτι. 2. αναπτύσσω κάποιο θέμα μελετώντας το σε βάθος: Πραγματεύομαι τα θέματα της αγροτικής οικονομίας στα πλαίσια της Eυρωπαϊκής Ένωσης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πραγματεύομαι — πρᾱγματεύομαι , πραγματεύομαι busy oneself pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραγματεύομαι — [прагматэвомэ] р. трактовать, рассуждать о чем либо, торговать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πρηγματευθέντες — πραγματεύομαι busy oneself aor part mp masc nom/voc pl πρηγματεύομαι aor part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρηγματευσάμενοι — πραγματεύομαι busy oneself aor part mp masc nom/voc pl πρηγματεύομαι aor part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεπραγματευμένα — πεπρᾱγματευμένα , πραγματεύομαι busy oneself perf part mp neut nom/voc/acc pl πεπρᾱγματευμένᾱ , πραγματεύομαι busy oneself perf part mp fem nom/voc/acc dual πεπρᾱγματευμένᾱ , πραγματεύομαι busy oneself perf part mp fem nom/voc sg (doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραγματεύεσθε — πρᾱγματεύεσθε , πραγματεύομαι busy oneself pres imperat mp 2nd pl πρᾱγματεύεσθε , πραγματεύομαι busy oneself pres ind mp 2nd pl πρᾱγματεύεσθε , πραγματεύομαι busy oneself imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατατεχνολογώ — κατατεχνολογῶ, έω (Α) πραγματεύομαι, περιγράφω, εξηγώ κάτι σχολαστικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + τεχνο λογῶ «πραγματεύομαι συστηματικά»] …   Dictionary of Greek

  • ՎԱՃԱՌԱՇԱՀ — ( ) NBH 2 0775 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 10c, 11c ա. εὕπορος opulentus. եւ բայիւ εὑπορέω, πραγματεύομαι abundo, negotior. Շահավաճառ. շահեցօղ. օգտաշահ. *Որ բնակեալդ ես ʼի մուտս ծովուդ վաճառաշահ ազգաց ʼի կղզեաց բազմաց.… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”