πραγματεία

πραγματεία, , Betreibung einer Sache oder eines Geschäfts, Bemühung, Beschäftigung; τοῠ φιλοσόφου, Plat. Phaed. 64 e; περὶ λόγου δύναμίν ἐστι πᾶσα αὕτη ἡ πρ., Crat. 408 a, u. öfter; Verhandlung, Dem. 30, 16; Ggstz von έργασία, Isocr. 2, 18; ὄντος ἐμοῠ περὶ ταυτην τὴν πραγματείαν, mit dieser Arbeit beschäftigt, nämlich Reden zu schreiben, 5, 7; Abhandlung, 1, 44; u. überh. ein gefertigtes Schriftwerk, Buch, Plut. Them. 12 u. a. Sp.; ἄλλης γάρ ἐστι πραγματείας, gehört in eine andere Abhandlung, Arist. oft; bes. Geschichtswerk, Pol. 1, 1, 4 u. öfter, immer von seinem eignen Werke; D. Hal., kreis, der alle Sagen vom troischen Kriege in sich begreift, Argum. Soph. Ai.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πραγματεία — πραγματείᾱ , πραγματεία prosecution of business fem nom/voc/acc dual πραγματείᾱ , πραγματεία prosecution of business fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραγματείᾳ — πραγματείᾱͅ , πραγματεία prosecution of business fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραγματεία — η, ΝΜΑ, και ιων. τ. πρηγματίη, και ποιητ. τ. πραγματίη, Α [πραγματεύομαι] νεοελλ. επιστημονική μελέτη, σύγγραμμα, διατριβή νεοελλ. μσν. πραμάτεια αρχ. 1. επιμελής ενασχόληση με μια εργασία μέχρι την περάτωσή της 2. επίπονη, κοπιαστική εργασία 3.… …   Dictionary of Greek

  • πραγμάτεια — η, Ν βλ. πραμάτεια …   Dictionary of Greek

  • πραγματεία — [прагматиа] ουσ. Θ. научное сочинение, трактат, диссертация, товар …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πραγματεία — η έργο συγγραφικό, βιβλίο, μελέτη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πραγματείας — πραγματείᾱς , πραγματεία prosecution of business fem acc pl πραγματείᾱς , πραγματεία prosecution of business fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραγματείαι — πραγματείᾱͅ , πραγματεία prosecution of business fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραγματείαν — πραγματείᾱν , πραγματεία prosecution of business fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραγματειῶν — πραγματεία prosecution of business fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραγματεῖαι — πραγματεία prosecution of business fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”