πραγματ-ώδης

πραγματ-ώδης, ες, = πραγματοειδής; Isocr. 10, 2; Dem . 19, 270 vrbdt οὐδέν ἐστι πραγματωδέστερον οὐδ' ὀχληρότερον.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”