προ-παύω

προ-παύω, vorher endigen od. aufhören lassen, u. pass. vorher aufhören, D. Sic.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • προπεπαυμένων — πρό παύω make to end perf part mp fem gen pl πρό παύω make to end perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προπαύειν — πρό παύω make to end pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προεπαύσαντο — προεπᾱύ̱σαντο , πρό ἐπαύω shout over aor ind mid 3rd pl (doric aeolic) προεπαύ̱σαντο , πρό ἐπαύω shout over aor ind mid 3rd pl (homeric ionic) προεπαύσαντο , πρό παύω make to end aor ind mid 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ενιαυτός — Μυθολογικό πρόσωπο. Σύμφωνα με την παράδοση ήταν δαίμονας της γονιμότητας και προσωποποίηση του χρόνου. Οι αρχαίοι Έλληνες και Ασιάτες τον λάτρευαν μαζί με τις θεές Ώρες, τη θεά Νύχτα και τον Μήνα. Ο δαίμονας Ε. ενσαρκωνόταν είτε από έναν βασιλιά …   Dictionary of Greek

  • προαποπαύω — Α σταματώ πρωτύτερα. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ἀποπαύω «παύω, σταματώ»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”