προ-πειράω

προ-πειράω, gew. als dep. προπειράομαι, mit den beiden aor. προπειράσασϑαι u. προπειραϑῆναι, Luc. Hermot. 53 u. a. Sp.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • προπείρων — πρό πείρω pierce pres part act masc nom sg πρό πειράω attempt imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) πρό πειράω attempt imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προπεπειραμένων — προπεπειρᾱμένων , πρό πειράω attempt perf part mp fem gen pl (attic) προπεπειρᾱμένων , πρό πειράω attempt perf part mp masc/neut gen pl (attic) προπεπειρᾱμένων , πρό πειράω attempt perf part mp fem gen pl (doric aeolic) προπεπειρᾱμένων , πρό… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προπεπειραμένοις — προπεπειρᾱμένοις , πρό πειράω attempt perf part mp masc/neut dat pl (attic) προπεπειρᾱμένοις , πρό πειράω attempt perf part mp masc/neut dat pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προπεπειραμένου — προπεπειρᾱμένου , πρό πειράω attempt perf part mp masc/neut gen sg (attic) προπεπειρᾱμένου , πρό πειράω attempt perf part mp masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προεπειρᾶτο — πρό πειράω attempt imperf ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”