προ-πομπεύω

προ-πομπεύω, bei einem feierlichen Aufzuge vorangehen, Luc. merc. cond. 25 u. a. Sp.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • προπομπεύω — Α 1. προπορεύομαι σε πομπή 2. φέρνω κάτι μπροστά σε κάποιον με πομπή 3. συνοδεύω κάποιον για παροχή προστασίας και για λόγους ευγενείας 4. θριαμβεύω, στέφομαι με λαμπρή επιτυχία. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + πομπεύω «συνοδεύω ως πομπός»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”