πρωτιστεύω

πρωτιστεύω, der allererste sein, M. Ant. 7, 55 u. a. Sp.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρωτιστεύω — ΜΑ, και δωρ. τ. πρατιστεύω Α [πρώτιστος] είμαι ο πρώτιστος όλων …   Dictionary of Greek

  • πρωτιστεύειν — πρωτιστεύω to be the very first pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρωτιστεύοντος — πρωτιστεύω to be the very first pres part act masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρωτιστεύων — πρωτιστεύω to be the very first pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπρωτίστευε — πρωτιστεύω to be the very first imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπρωτίστευεν — πρωτιστεύω to be the very first imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρατιστεύω — Α δωρ. τ. βλ. πρωτιστεύω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”